βηλός

βηλός, βῆμα
See also: s. βαίνω.
Page in Frisk: 1,233

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • βηλός — threshold masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βῆλος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βηλός — Εξελληνισμένος τύπος της σημιτικής λέξης Βάαλ Βηλ,που σημαίνει (όπως στα ελληνικά η λέξη Κρέων) τον κύριο, τον δεσπότη. Ως Β. φέρεται και ένας αρχαίος βασιλιάς των Ασσυρίων. Το ίδιο όνομα αποδίδεται επίσης στον πατέρα της Διδούς, στον πατέρα του… …   Dictionary of Greek

  • βηλοῦ — βηλός threshold masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βηλῷ — βηλός threshold masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βηλόν — βηλός threshold masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βῆλον — Βῆλος masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βήλοιο — Βῆλος masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βήλοις — Βῆλος masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βήλου — Βῆλος masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βήλους — Βῆλος masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.